ΦΛΟΜΠΑ - THE DUFF

Μαζί με τα 80’s, «έφυγε» και όλη αυτή η κινηματογραφική παραγωγή που όρισε την εφηβική ταινία, κωμική και μη. Το σύμπαν του John Hughes μοιάζει νοσταλγικό, τόσο από κινηματογραφικής όσο και από κοινωνικής απόψεως. Οι έφηβοι του τότε, τα στερεότυπά τους, το χιούμορ τους, παραμένουν (κινηματογραφικά μιλώντας, πάντα) ένας κόσμος σχεδόν ξένος μα τόσο οικείος στους εφήβους του σήμερα, αλλά ταυτόχρονα συγγενικός. Μπορούν να νιώσουν στο περίπου τι πρεσβεύει το Breakfast Club, το Say Anything, το Ferris Bueller’s Day Off, το Sixteen Candles, ακόμα και το Revenge of The Nerds, που υπήρξαν ορισμένοι από τους ακρογωνιαίους λίθους που μίλαγαν για τα προβλήματα του μέσου εφήβου, με χιούμορ μα και τρυφερότητα. Σήμερα, αντίστοιχα, στην εποχή της ψηφιοποίησης και του iPad ο κυνισμός έχει επικρατήσει και πιο αστείο θεωρείται στα κεφάλια των παραγωγών (ενδεχομένως και του κοινού) το χυδαίο και προσβλητικό, το πολιτικά ορθό, το ασχημόπαπο πρέπει να γίνει κύκνος και όλα τα κορίτσια να φοράνε σέξυ εσώρουχα για να γίνουν αρεστά. Και οπωσδήποτε να τα σπάνε στο Spring Break. Γέννημα αυτής της νοοτροπίας είναι και η Φ.Λ.Ο.Μ.Π.Α., μια ταινία που ναι μεν λέει πως είναι κατά των στερεοτύπων, μα μέχρι και το τέλος της παραμένει εντελώς φιλική στα στερεότυπα (κοινωνικά και κινηματογραφικά) και ακίνδυνη. Γελοιοποιεί στην αρχή αυτούς που προσπαθούν να αλλάξουν τους εαυτούς τους και μετά, προκειμένου να αποδείξει πως ο επιμένων νικά και πως πρέπει να καταλήξουμε στο να αγαπάμε στον εαυτό μας, το κάνει με τρόπο τέτοιο που φαίνεται περισσότερο σαν σάτιρα όλων των στερεοτυπικών σκηνών των εφηβικών ρομάντζων. Αλλά δε σατιρίζει τίποτα απ’ όλα αυτά, αντιθέτως το εννοεί. Ίσως να ακούγεται υπερβολική μια τόσο δριμεία κριτική για κάτι τόσο απλό και «καλοπροαίρετο» όσο μια εφηβική ταινία με θετικό μήνυμα, μα αν σκεφτούμε το κοινό στο οποίο στοχεύει, δε λειτουργεί με τον τρόπο που θα ήθελε. Τα παιδιά που νιώθουν «φλόμπες» θα νιώσουν μια μικρή γελοιοποίηση, ενώ η απέναντι πλευρά, των τραμπούκων που και καλά θέλει να ευαισθητοποιήσει, θα βρει ακόμα περισσότερα πατήματα για να συνεχίσει το εξαίσιο έργο της. Με άλλα λόγια, ούτε δίνει δύναμη σε αυτούς που πρέπει, μα ούτε και μιλά με ουσιαστικό τρόπο για τα προβλήματα που «θίγει». Αν δεν ανήκετε στο συγκεκριμένο κοινό που προαναφέρθηκε, μην μπείτε στη διαδικασία. Ίσως σας φαινόταν ευχάριστα αδιάφορο κάποιο βράδυ που κάνατε ζάπινγκ προσπαθώντας να χαζέψετε κάτι και να κοιμηθείτε, αλλά για κινηματογράφο δεν θα το συνιστούσα.